Επί απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπ’ όψιν όλα τα στοιχεία της επιχείρησης και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς.

Ούτε ελέγχεται δικαστικά η στα πλαίσια αυτά επιχειρηματική επιλογή του εργοδότη ν’ αναθέσει ορισμένες εργασίες που μέχρι τώρα εκτελούνταν από προσωπικό της επιχείρησης σε τρίτη επιχείρηση, δυνάμει σχετικής σύμβασης έργου ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καταργώντας έτσι θέσεις εργασίας.

Το γεγονός ότι οι οικονομικοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας του από την απόλυση ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ’ ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ’ ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου.

Στο πλαίσιο της αρχής του εσχάτου μέσου, ο εργοδότης οφείλει να προτείνει στον υπό απόλυση μισθωτό την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτήν, ή να προτείνει σ’ αυτόν ν’ απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, με μειωμένες αποδοχές, εφόσον τούτο είναι εφικτό ως εκ των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης.

Και ναι μεν με το άρθρο 38 παρ. 7 ν. 1892/1990 ορίζεται ότι καταγγελία λόγω άρνησης του εργαζομένου ν’ αποδεχθεί πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση είναι άκυρη, πλην όμως η ακυρότητα αυτή δεν αφορά και την περίπτωση που η πρόταση του εργοδότη δικαιολογείται από τις ανάγκες της επιχείρησης και η μερική απασχόληση προτείνεται προκειμένου ν’ αποφευχθεί η απόλυση.— Επομένως ο εργοδότης μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι’ αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια αν το δικαίωμα του εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό επειδή ο τελευταίος δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης αντίκειται στο άρθρο 281 Α.Κ., και δη αν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης, και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομικοτεχνικοί λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού.

Μόνος ο λόγος ότι, εν όψει των προσωπικών συνθηκών του μισθωτού, ήταν από την πλευρά του δικαιολογημένη η άρνησή του να αποδεχθεί τους προτεινόμενους από τον εργοδότη δυσμενέστερους όρους δεν καθιστά αυτός καθ’ εαυτόν καταχρηστική την επακολουθούσα της άρνησης καταγγελία της σύμβασης εργασίας.  (Απόφαση Αρείου Πάγου του 2019, Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, τόμος 2019, σελ. 999).

 

Πηγή: dikastiko.gr