Aπόφαση 73 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

1. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από αυτά. Αντίστοιχα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή γίνεται απλά επίκληση των όρων συγκεκριμένου κανόνα δικαίου χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του περιστατικά (ποιοτική αοριστία), ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ.1, 174, 180 και 904 ΑΚ προκύπτει ότι επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβασης εργασίας, αυτός που παρέσχε τις υπηρεσίες του δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από το λήπτη της παροχής την ωφέλεια που εκείνος αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για τη λήψη των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση. Στοιχεία της αξίωσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είναι επιβοηθητικής φύσεως με την έννοια ότι μπορεί ν’ ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση (ή από αδικοπραξία), καθώς και της αντίστοιχης αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αποτελούν (α) η παροχή των υπηρεσιών, (β) η συγκεκριμένη αιτία της παροχής και (γ) ο λόγος, για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία, με συνέπεια η παροχή να εμφανίζεται ως νομικά αδικαιολόγητη. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό, εάν με την αγωγή ζητείται ευθέως ο πλουτισμός λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, θα πρέπει ν’ αναφέρονται σ’ αυτήν, για να είναι ορισμένη, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης. Εάν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα αυτής της επικουρικής βάσης η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς ν’ απαιτείται ν’ αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας (ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1321/2015).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και εδώ αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη αγωγή τους (ΚΠολΔ 561 παρ.2), εξέθεσαν ότι κατόπιν άτυπης συμφωνίας με τα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ με την επωνυμία “…”, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, τους ανατέθηκε, με την ιδιότητά τους ως μουσικών, η διεύθυνση των χορωδιών του Δήμου έναντι αμοιβής. Ότι, ειδικότερα, συμφωνήθηκε να αναλάβει ο πρώτος ως μαέστρος, για το έτος 2009, τη διεύθυνση και διδασκαλία της δημοτικής χορωδίας του Δήμου, έναντι αμοιβής 10.500 ευρώ ετησίως και η δεύτερη ως πιανίστα και μαέστρος, για μεν το έτος 2009 τη συνοδεία με πιάνο της δημοτικής χορωδίας και τη διεύθυνση και διδασκαλία της παιδικής χορωδίας, για δε τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 τη διεύθυνση της παιδικής και δημοτικής χορωδίας του Δήμου, έναντι αμοιβής 9.000 ευρώ ετησίως. Ότι οι ανωτέρω παρείχαν με συνέπεια την εργασία τους, αλλά το εναγόμενο αρνείται την καταβολή των ανωτέρω αμοιβών. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, σύμφωνα με τις συμβάσεις τους, να τους καταβάλει για τις ως άνω αιτίες τα αναφερόμενα για τον καθένα απ’ αυτούς ποσά και, επικουρικά, εάν οι συμβάσεις τους ήθελε κριθούν άκυρες για οποιοδήποτε λόγο, να τους καταβάλει τα ίδια ποσά βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατά τα ποσά αυτά έγινε και παραμένει αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος τους, καθ’ όσον χωρίς νόμιμη αιτία εξοικονόμησε για καθέναν από αυτούς την αντίστοιχη δαπάνη, την οποία θα κατέβαλλε διαφορετικά αν απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις άλλους υπαλλήλους με τις ίδιες συνθήκες εργασίας και με τα ίδια ή αντίστοιχα με τα δικά τους προσόντα για την εκτέλεση της ως άνω εργασίας. Το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, κρίνοντας επί εφέσεως του εναγομένου κατά της 78/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης που είχε κάνει δεκτή την αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή περιέχει με πληρότητα όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και 41 του ν.δ. 496/1974 και είναι ορισμένη ως προς την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Γι’ αυτό και απέρριψε το συναφή λόγο έφεσης του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ και υπήγαγε σ’ αυτές το περιεχόμενο της επικουρικής βάσης της αγωγής, στην οποία υπάρχουν όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της και, ειδικότερα, η ωφέλεια του εργοδότη που συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό της αυτής ειδικότητας και των αυτών επαγγελματικών προσόντων για την παροχή της ίδιας εργασίας, σε περίπτωση που η καταρτισθείσα σύμβαση εκάστου ενάγοντος ήθελε θεωρηθεί άκυρη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η άσκηση του δικαιώματος επίκλησης της παραγραφής μιας αξίωσης κατ’ ένσταση, όταν γίνεται με τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα από το άρθρο 281 ΑΚ διαγραφόμενα όρια, εμπίπτει στην απαγόρευση που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή. Οπότε, η κατάχρηση δικαιώματος προβάλλεται ως αντένσταση κατά της ενστάσεως παραγραφής. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 “περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις”, που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών ή κοινοτικών νομικών προσώπων κλπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 και των άρθρων 3 του ν. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 “Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα”, “οποιαδήποτε απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της”. Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη για τις προαναφερθείσες αξιώσεις ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή έχει θεσπισθεί για λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 38/2005) και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 94 εδ. δ’ (τελευταίο) του ίδιου ν. 2362/1995, ΑΠ 593/2015).

4. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε σχέση με τον ερευνώμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι το δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία “Δημοτική Χορωδία του Δήμου Ρεθύμνης”, που συγχωνεύθηκε στο εναγόμενο και εδώ αναιρεσείον, ΝΠΔΔ με την επωνυμία “Κοινωνική Πολιτική και Μουσική Παιδεία Δήμου Ρεθύμνης”, παρείχε μουσική παιδεία στους δημότες της πόλης και διατηρούσε μικτή και παιδική χορωδία. Ότι στα πλαίσια εκπλήρωσης του ανωτέρω σκοπού, το έτος 2003 είχε αναθέσει στον πρώτο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητο, επαγγελματία μαέστρο, τη διεύθυνση της μικτής χορωδίας. Ότι, επίσης, από το έτος 2003 και εφεξής εμπιστευόταν, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ανανεώνονταν διαρκώς, τη διεύθυνση και τη διδασκαλία και των δύο χορωδιών και τη συνοδεία τους με πιάνο στη δεύτερη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητη, δασκάλα πιάνου και διευθύντρια ορχήστρας. Ότι οι ενάγοντες πρόσφεραν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, εκπαίδευαν, δηλαδή, τους χορωδούς, εκτελούσαν δοκιμές μουσικών έργων (“πρόβες”) κατά τη διάρκεια του έτους, συμμετείχαν προσωπικά και με υψηλό αίσθημα ευθύνης στις κύριες μουσικές εκδηλώσεις της χορωδίας (συναυλίες, μουσικές βραδιές κλπ.), αμείβονταν με συγκεκριμένο μηνιαίο μισθό, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ανωτέρω νομικών προσώπων και συνδέονταν με αυτά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες είχαν καταρτισθεί άτυπα και, για το λόγο αυτό, ήταν άκυρες. Ότι ο πρώτος ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο δικαιοδόχο του εναγομένου το έτος 2009 και η δεύτερη ενάγουσα παρείχε την εργασία της παλαιότερα στον πρώτο και στη συνέχεια στο δεύτερο εργοδότη της από το έτος 2009 έως και το έτος 2013. Ότι η ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο αποτιμάται για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των (875 ευρώ το μήνα Χ 12 μήνες =) 10.500 ευρώ, ενώ για τη δεύτερη στο ποσό των (60 μήνες Χ 750 ευρώ το μήνα =) 45.000 ευρώ. Ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε τα ποσά αυτά στους ενάγοντες και με τον τρόπο αυτό εξοικονόμησε τη δαπάνη για καταβολή μισθών σε τρίτα πρόσωπα, με τα οποία θα είχε καταρτίσει έγκυρες συμβάσεις εργασίας. Ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 26-2-2014 με αποτέλεσμα ως προς όλες τις αξιώσεις του πρώτου από αυτούς και ως προς τις απαιτήσεις τριάντα οκτώ (38) μηνών της δεύτερης ενάγουσας να έχει παρέλθει ο χρόνος των 2 ετών από τη γέννησή τους, μέσα στον οποίο θα έπρεπε να ασκηθούν. Ότι το εναγόμενο πάντοτε αναγνώριζε ότι οφείλει να αποδώσει στους ενάγοντες την ωφέλεια που είχε αποκομίσει από την εργασία τους στη δημοτική χορωδία και ισχυριζόταν ότι δεν εκπληρώνει τη νόμιμη υποχρέωσή του έναντι των εργαζομένων, επειδή οι συμβάσεις που είχε καταρτίσει με αυτούς έπασχαν από ακυρότητα και ο αρμόδιος επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνιόταν τη θεώρηση των χρηματικών ενταλμάτων για την πληρωμή τους. Ότι το εναγόμενο είχε επισημάνει το γεγονός στους ενάγοντες, αλλά δεν τους πληροφόρησε ότι η απλή σχέση εργασίας που τους συνέδεε διέπεται από ειδικό νομικό καθεστώς και για το λόγο αυτό οι αξιώσεις τους υπόκεινται σε σύντομη παραγραφή. Ότι το εναγόμενο, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είχε εντονότερη την υποχρέωση αυτή, επειδή συνεργαζόταν με τους ενάγοντες για να θεραπεύει δημόσιο και όχι ιδιωτικό του συμφέρον και, συνεπώς, δεν βρισκόταν σε ανταγωνιστική σχέση με τους εργαζομένους. Ότι το εναγόμενο αποδεχόταν και αξιοποιούσε διαρκώς την εργασία των εναγόντων και παραδεχόταν ότι η συμβολή τους στη μουσική παιδεία που ήθελε να παράσχει στους δημότες ήταν, πράγματι, αξιόλογη, διότι υπηρετούσε αποτελεσματικά τους σκοπούς του. Ότι ο εργοδότης, επιπλέον, δεν αρνείτο το χρέος του, είχε πολύ καλή συνεργασία με τους ενάγοντες, αλλά συνήθιζε να καταβάλλει τους μισθούς σε όλους τους εργαζομένους του καθυστερημένα, επειδή αντιμετώπιζε οικονομική δυσχέρεια, απόρροια της οικονομικής κρίσης που ακόμη διέρχεται η Χώρα. Ότι για το λόγο αυτό το εναγόμενο δημιούργησε εύλογα στους ενάγοντες την πεπλανημένη πεποίθηση ότι θα ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους, έστω και με καθυστέρηση, με αποτέλεσμα αυτοί να εμπιστευθούν καλόπιστα τον εργοδότη τους και να μη θελήσουν έγκαιρα να στραφούν δικαστικά εναντίον του. Ότι οι εργαζόμενοι δεν επέδειξαν όλο αυτό το χρονικό διάστημα ούτε επιπολαιότητα ούτε ολιγωρία για να μην πρέπει σήμερα να προστατευθούν, μολονότι προσέφεραν εργασία και έχουν απόλυτη ανάγκη να λάβουν το αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους για να καλύψουν τρέχουσες βιοτικές τους υποχρεώσεις. Ότι το εναγόμενο, στην πραγματικότητα, δεν προτίθετο να καταβάλει στους ενάγοντες τις χρηματικές παροχές που δικαιούντο και η πρόθεσή του αυτή γίνεται σαφέστερη, επειδή προτείνει την ένσταση παραγραφής, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου είναι προφανώς αντίθετη με την καλή πίστη και με τα χρηστά ήθη, επειδή διαψεύδει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εναγόντων έναντι του εναγομένου, ενώ η ανάγκη να προστατεύεται η δημόσια περιουσία – η οποία δικαιολογεί τόσο τη σύντομη παραγραφή των αξιώσεων και κατά των ΝΠΔΔ όσο και τον δικονομικά προνομιακό χαρακτήρα της ένστασης αυτής – δεν είναι πιο επιτακτική από την υποχρέωση για καλόπιστη συμπεριφορά στις συναλλαγές, όταν μάλιστα το εναγόμενο συμβάλλεται ως ιδιώτης. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την παραδεκτώς το πρώτον προταθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΚΠολΔ 527 αρ.1), ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, αντένσταση των εναγόντων, ως εφεσίβλητων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εναγομένου, ως εκκαλούντος, να προβάλει κατ’ ένσταση τη διετή παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων με λόγο έφεσης, απέρριψε την ένσταση και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση για άλλο λόγο, δίκασε εκ νέου την αγωγή και τη δέχθηκε πάλι κατ’ ουσίαν.

5. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως στην έννοια της προφανούς υπερβάσεως των ορίων που καθορίζονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εναγομένου, δημοτικού ΝΠΔΔ, να προτείνει την ένσταση της διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, εν όλω ή εν μέρει. Και τούτο, διότι υπό τα περιστατικά αυτό (βλ. παραπάνω, αρ.4), ότι δηλαδή το αναιρεσείον είχε ενημερώσει τους αναιρεσίβλητους για την ακυρότητα των συμβάσεων, για την άρνηση του επιτρόπου να εκρίνει τα εντάλματα καταβολής των μισθών τους και για τις οικονομικές δυσχέρειες συνεπεία των οποίων δεν μπορούσε να πληρώνει εμπρόθεσμα τους μισθούς, δεν προκύπτει ούτε πρόθεση του εργοδότη να αποφύγει την εκπλήρωση των μισθολογικών υποχρεώσεών του προς τους εργαζόμενους ούτε λόγος εφησυχασμού των τελευταίων ως προς το ότι δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα παραγραφής των αξιώσεών τους, αν δεν ασκηθούν έγκαιρα. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι το αναιρεσείον δεν αρκέστηκε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής εκ μέρους του δικαστηρίου, αλλά την πρότεινε και αυτό το ίδιο κατ’ ένσταση, δεν θεμελιώνει συμπεριφορά εναντίον της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών κλπ (ΑΚ 281), παρά το ότι πρόκειται για δεδουλευμένες αποδοχές. Άλλωστε, ούτως ή άλλως σε τέτοιες αποδοχές αναφέρονται και οι διατάξεις που θεσπίζουν τη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, των οποίων η εφαρμογή μόνο σε οριακές περιπτώσεις θα μπορούσε να αποκλεισθεί ως καταχρηστική. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με το πρώτο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο μέρος, με το οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποβαίνει περιττή.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής και τις συνδεόμενες με αυτήν κρίσεις και διατάξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, “Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση”.

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι στην εκ νέου κατ’ ουσίαν έρευνα της από 26-2-2014 αγωγής, μετά την ήδη γενομένη εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης 78/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Από τις αιτιολογίες που ήδη αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι το σύνολο των αγωγικών αξιώσεων του πρώτου ενάγοντος, ήτοι οι μισθοί του έτους 2009, καθώς και όσες από τις ένδικες αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας είχαν γεννηθεί και καταστεί απαιτητές μέχρι την 31-1-2012 (χρόνος επίδοσης της αγωγής στο εναγόμενο 26-2-2014), ήτοι οι μισθοί (750 ευρώ) για 37 μήνες, συνολικού ποσού 27.750 ευρώ, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή.

Συνεπώς, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της για τον πρώτο ενάγοντα και εν μέρει για τη δεύτερη ενάγουσα. Η τελευταία δικαιούται τους μισθούς από 1-2-2012 έως 31-12-2013, συνολικού ποσού 17.250 ευρώ (23 μήνες επί 750 ευρώ) και πρέπει, μόνο κατά το μέρος αυτό, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το ανωτέρω ποσό, με τον προβλεπόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του εναγομένου για όλη τη δίκη πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω των δυσχερειών ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Αντίστοιχα, το εναγόμενο πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της δεύτερης ενάγουσας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου εξ αυτών (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 179, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ’ ουσίαν.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα.

 

Πηγή: analyseto.gr