Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία παραβιάζει η μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης για τη συνολική ζημιά που υπέστη ο ιδιοκτήτης σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ακινήτου. Ακόμα μία καταδίκη στη χώρα μας επέβαλε στις αρχές του Οκτώβρη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς Έλλην πολίτης ιδιοκτήτης περιουσίας την οποία το κράτος απαλλοτρίωσε όχι μόνο δεν έλαβε το αντίστοιχο ποσό της συνολικής ζημίας που υπέστη, αλλά δεν βρήκε δικαίωση ούτε από την Δικαιοσύνη που προσέφυγε στην συνέχεια και έγινε “μπαλάκι” καθώς τα δικαστήρια έκριναν τον εαυτό τους αναρμόδιο να εκδικάσουν τις προσφυγές τους.

Πρόκειται για τον 63χρονο επιχειρηματία από τη Θεσσαλονίκη Δημήτριο Μ., που ήταν ιδιοκτήτης του οικόπεδου στο οποίο στεγαζόταν το εργοστάσιο του και μία αποθήκη και το κράτος απαλλοτρίωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του αυτής όπου βρισκόταν η επιχείρηση του.

Μετά την απαλλοτρίωση ο επιχειρηματίας αναγκάστηκε να μεταφέρει την επιχείρηση του αλλού ενώ αποζημιώθηκε για την αξία της γης που στερήθηκε και για την απομείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της περιουσίας του. Προσέφυγε στα εθνικά πολιτικά Δικαστήρια αιτούμενος πλήρη αποζημίωση που περιλάμβανε τα διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησης του για όσο διάστημα δεν λειτούργησε και τα έξοδα μετεγκατάστασης αυτής. Τα ελληνικά δικαστήρια όμως, απέρριψαν τις προσφυγές του, λόγω αναρμοδιότητας.

Διαταράχθηκε το γενικό με ατομικό συμφέρον

Το Στρασβούργο στο οποίο προσέφυγε στην συνέχεια ο επιχειρηματίας, επισήμανε ότι η συνολική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτριώσεως δεν μπορεί να περιορίζεται στον καθορισμό της ειδικής αποζημίωσης, αλλά πρέπει επίσης να περιλαμβάνει και άλλα θέματα, εκτιμώντας την συνολική ζημιά του ιδιοκτήτη. Έτσι, το ΕΔΔΑ έκρινε ως αδικαιολόγητη την άρνηση των Ελληνικών πολιτικών Δικαστηρίων, (Εφετείο και Άρειος Πάγος) ,να εξετάσουν τα αιτήματα του 63χρονου για πλήρη αποζημίωση καθόσον είχαν αρμοδιότητα για τέτοια ζητήματα. Ακολούθως οι Ευρωπαίοι δικαστές διαπίστωσαν ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου διότι διαταράχθηκε η ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι “η εν λόγω κατάσταση εμπίπτει στην πρώτη φράση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο ορίζει γενικά την αρχή του σεβασμού της ιδιοκτησίας”. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει “αν διατηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών της διαφύλαξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η μέριμνα για την εξασφάλιση μιας τέτοιας ισορροπίας αντικατοπτρίζεται στη δομή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στο σύνολό του”. Ειδικότερα, πρέπει να υπάρχει μια λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού κάθε μέτρου που στερεί από ένα πρόσωπο την περιουσία του.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης της περιουσίας ενός προσώπου, πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία που να διασφαλίζει τη συνολική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτριώσεως, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου, τον προσδιορισμό των κατόχων δικαιωμάτων σε αποζημίωση και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την απαλλοτρίωση, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας.

​​Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνολική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτριώσεως δεν μπορεί να περιορίζεται στην αναγνώριση του δικαιώματος αποζημίωσης, τον καθορισμό της ειδικής αποζημίωσης, την εκτίμηση της ύπαρξης οφέλους από τον ιδιοκτήτη και τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα εκείνα που αφορούν την ενδεχόμενη επανεκτίμηση της τελικής αποζημίωσης.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εγχώρια Δικαστήρια απένειμαν στον προσφεύγοντα αποζημίωση για το απαλλοτριωμένο τμήμα της γης του και αποζημίωση για τη απομείωση της αξίας του εναπομείναντος μη απαλλοτριωμένου τμήματος της ιδιοκτησίας του που προκύπτει από την κατανομή του ακινήτου και απέρριψαν την αποζημίωση για οποιαδήποτε άλλη ζημία που δεν σχετίζεται άμεσα με την αξία απαλλοτριωθέντος τμήματος.

Κατά την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Εφετείου, ο προσφεύγων ζήτησε : α) να επανεξεταστεί το ζήτημα του υποτιθέμενου οφέλους που αντλήθηκε από τον προσφεύγοντα ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης του έργου και να αποζημιωθεί για το μέρος που θεωρήθηκε ότι αποζημιώθηκε β) να αναγνωριστεί ότι, λόγω της απαλλοτρίωσης και της φύσης του έργου, το μη απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο είχε υποτιμηθεί κατά 90% και έπρεπε να αποζημιωθεί , γ) ότι πρέπει να του χορηγηθεί 1) το ποσό των 150.000 ευρώ για έξοδα μεταβίβασης της επιχείρησης, 2) το ποσό των 120.000 ευρώ για απώλεια ευκαιριών λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης.

Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί αφορούσαν ζητήματα που σχετίζονταν με την απαλλοτρίωση και έπρεπε, ιδίως και με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποτελέσουν αντικείμενο για «εξέταση από αυτούς».

 

Πηγή: dikastiko.gr