Με μία σημαντική απόφασή του το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε δικηγόρο, πατέρα δύο παιδιών, στον οποίο το Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών αρνήθηκε να χορηγήσει το επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού. Με ποιά αιτιολογία; Ότι δεν προβλέπεται από την νομοθεσία του Τομέα Υγείας Δικηγόρων Αθηνών η καταβολή του επιδόματος αυτού στους άνδρες ασφαλισμένους δικηγόρους.

Το Δικαστήριο ωστόσο με την υπ. Αριθμ. 15908/2019 απόφασή του έκρινε ότι η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνον στις ασφαλισμένες γυναίκες δικηγόρους και ασκούμενες δικηγόρους, είναι αντισυνταγματική, καθώς αντίκειται στην αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Και τούτο διότι εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των ανδρών δικηγόρων ασφαλισμένων του Ταμείου, χωρίς , όπως σημειώνεται, «η διαφοροποίηση αυτή να εδράζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες ή να δικαιολογείται από άλλους αποχρώντες λόγους».

Η απόφαση και το σκεπτικό

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην απόφαση:

«Ο προσφεύγων-ενάγων, δικηγόρος, ασφαλισμένος στο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, έχει αποκτήσει με τη σύζυγο του, ., δύο (2) τέκνα, τον . και το ., γεννηθέντα στις 21.2.2004 και 21.3.2008 αντίστοιχα. Με την ./20.4.2012 αίτηση, την οποία υπέβαλε ο εν λόγω ασφαλισμένος ενώπιον του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέα Υγείας-Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών), ζήτησε να του χορηγηθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 15 του π.δ. 162/1998 επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού, για την παραμονή την ανωτέρω τέκνων του στους Δημοτικούς Παιδικούς Σταθμούς του Δήμου Γλυφάδας κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του έτους 2005 έως το Δεκέμβριο του 2011 (όπως ανά τέκνο ειδικότερα εξειδικεύεται). Με την αίτηση του αυτή ο προσφεύγων – ενάγων προσκόμισε ενώπιον του καθ’ ου την από 20.4.2012 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, σύμφωνα με την οποία δεν δικαιούται ο ίδιος ή η μητέρα των τέκνων του επίδομα για την παραμονή των τέκνων του σε βρεφονηπιακό σταθμό από άλλο φορέα και ότι τα τέκνα του παρέμειναν στον παιδικό σταθμό καθ’ όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα καθώς και, κατά τα αναφερόμενα επ’ αυτής, δεκαεπτά (17) διπλότυπα είσπραξης και μία (1) βεβαίωση του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Δημοτικών Παιδικών Σταθμών του Δήμου Γλυφάδας σχετικά με την καταβολή των οικείων εξόδων συνολικού ποσού 2.930 ευρώ (τα εν λόγω δε παραστατικά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης). Η επίμαχη αίτηση απορρίφθηκε με την ./.20.4.2012 απόφαση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Ασφάλισης-Παροχών του Τομέα Υγείας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ, με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται από την νομοθεσία του Τομέα Υγείας Δικηγόρων Αθηνών η καταβολή του επιδόματος αυτού στους άνδρες ασφαλισμένους δικηγόρους. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο προσφεύγων – ενάγων εμπρόθεσμα και εν γένει νομότυπα την ./26.6.2012 ενδικοφανή προσφυγή του, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση της ΔΕ Νομικών του ΕΤΑΑ με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Ήδη με το κρινόμενο δικόγραφο, ο προσφεύγων – ενάγων ζητεί αφενός μεν να ακυρωθεί η ως άνω απορριπτική επί του αιτήματος του απόφαση, αφετέρου δε να υποχρεωθεί το Ταμείο να καταβάλει σε αυτόν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, το ποσό των 2.930 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ, λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του, άρνησης των οργάνων του εναγομένου να του χορηγήσουν το προαναφερθέν ποσό που κατέβαλε για την παραμονή των τέκνων του σε βρεφονηπιακό σταθμό κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η διάταξη του άρθρου 15 του Κανονισμού Περίθαλψης του Ταμείου κατά το μέρος που προβλέπει τη χορήγηση του επίμαχου επιδόματος μόνο στις γυναίκες δικηγόρους εξαιρώντας τη λήψη αυτού από τους άντρες δικηγόρους αντίκειται , μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4 παρ. 2, 22 παρ. 1 εδ. β και 116 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 119 της ΣυνθΕΚ.
Επειδή, το καθ’ ου-εναγόμενο νομικό πρόσωπο, με το από 25.2.2019 νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα και την οικεία έκθεση απόψεων, προβάλλει ότι η εν λόγω παροχή προβλέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου μόνο για τις γυναίκες δικηγόρους και ασκούμενες δικηγόρους και ότι συντρέχουν βιολογικοί και αντικειμενικοί λόγοι, που δικαιολογούν τη διαφορετική αντιμετώπιση των δύο φύλων. Περαιτέρω, προβάλλει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι διατάξεις αυτές βρίσκονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος, η επεκτατική εφαρμογή τους θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση του Δικαστηρίου στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, ενώ το Ταμείο θα αδυνατεί οικονομικά να καλύψει την εν λόγω δαπάνη και για τους άνδρες δικηγόρους.

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν, η διάταξη του εδαφίου γ’ του άρθρου 15 του Κανονισμού Περίθαλψης του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, κατά το μέρος που προβλέπει τη χορήγηση του επιδόματος παραμονής ανήλικων τέκνων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς μόνον στις ασφαλισμένες γυναίκες δικηγόρους και ασκούμενες δικηγόρους, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στην αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Και τούτο διότι εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των ανδρών δικηγόρων ασφαλισμένων του Ταμείου, χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να εδράζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες ή να δικαιολογείται από άλλους αποχρώντες λόγους. Για την αποκατάσταση δε της επιβαλλόμενης ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, η πιο πάνω διάταξη πρέπει να τύχει εφαρμογής και για τους άνδρες δικηγόρους ασφαλισμένους του Ταμείου, χωρίς τούτο να συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση του Δικαστηρίου στο έργο της νομοθετικής εξουσίας (πρβλ. ΣτΕ 3011/2010, 2435/1997 7μ). Κατόπιν τούτων, μη νομίμως απορρίφθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος – ενάγοντος με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται η χορήγηση του επίμαχου επιδόματος στους άρρενες ασφαλισμένους και η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της προσφυγής. Δοθέντος, όμως, ότι το Ταμείο απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος – ενάγοντος, χωρίς να εξετάσει τη συνδρομή των υπόλοιπων προϋποθέσεων για την χορήγηση της παροχής του άρθρου 15 του Κανονισμού Περίθαλψης του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη και 6, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Ταμείο προς περαιτέρω νόμιμη κρίση, ενόψει του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβεί το πρώτον στην έρευνα της συνδρομής των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων που δεν εξετάστηκαν (πρβλ. ΣτΕ 2/2006 7μ., 1006/2010, 794/2014). Εξάλλου, το Δικαστήριο ούτε παρεμπιπτόντως δύναται να εξετάσει τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου για τη χορήγηση της επίμαχης παροχής, στο πλαίσιο της σωρευθείσας αγωγής, καθόσον, αξιολογώντας πραγματικό διάφορο εκείνου στο οποίο στηρίχθηκε η Διοίκηση, τούτο θα συνιστούσε υποκατάσταση της αιτιολογίας της πράξης των ασφαλιστικών οργάνων (βλ. ΣτΕ 2923/2013, πρβλ. ΣτΕ 3376/2006, 3990/2005, 1503/2003). Ενόψει δε του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά, να αποφανθεί για το περιεχόμενο της διοικητικής πράξης επί του αιτήματος του προσφεύγοντος-ενάγοντος, υποκαθιστώντας τη Διοίκηση στην κρίση αυτή, δεν συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ προϋποθέσεις θεμελίωσης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος προς αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που επικαλείται και, ως εκ τούτου, η σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής Νομικών του ΕΤΑΑ και η υπόθεση να αναπεμφθεί σε αυτό (ήδη ΕΦΚΑ) για περαιτέρω νόμιμη κρίση, ενώ, η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη.»

Πηγή: dikastiko.gr