Απόφαση 1926 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1926/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο – Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου – Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ. Μ. του Ι., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 439/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Χ.,

κάτοικο …, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7297/27-6-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1001/2019.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσα στις 7-10-2011, εξαλειφθέντος του αξιοποίνου του λόγω παραγραφής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 27-6-2019 αίτηση – δήλωση (αρ.πρ.519/7297/2019) του Χ. Μ. του Ι. , για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 439/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155- 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ’ αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5-8-2019 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ό. Χ. , ο πολιτικώς ενάγων στην κρινόμενη υπόθεση Γ. Π. του Χ. , κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί στην αρχική δικάσιμο την 1-10-2019 , κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, αφού εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών.
III. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 περ. β’, 368 περ. β’ και 511 ΚΠΔ όπως ίσχυε στη προκειμένη περίπτωση που η κρινόμενη αίτηση συζητήθηκε στις 12-11-2019, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος, στις 18-11-2019, του ν. 4637/2019, με το άρθρο 13 αρ. 8 του οποίου, αντικαταστάθηκε (άρθρ. 590 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, έστω και αν επήλθε μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (ΑΠ 1512/2019) . Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση . Η πράξη αυτή, που είναι πλημμέλημα , όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τελέστηκε στις 7-10-2011 και 18-9-2012.
Συνεπώς, το αξιόποινο της μερικότερης πράξης αυτής που έλαβε χώρα στις 7-10-2011 , εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, αφού από την τέλεσή της μέχρι και τη συζήτηση της παρούσας (12-11-2019), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Επομένως, αφού εμφανίστηκε ο αναιρεσείων (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο) και κρίθηκε παραδεκτή η ένδικη δήλωση -αίτηση αναίρεσης, το παρόν Δικαστήριο μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής, έστω και αν επήλθε μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υποχρεούται να αναιρέσει μερικά την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για “την ως άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης (7-10-2011).
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό . Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Περαιτέρω, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως (ΑΠ 841/2019, ΑΠ 777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015). Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του δικαστηρίου και γενικά ενώπιον προσώπων, τα οποία είναι θεσμικά αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης, καθόσον τα , πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, (ΑΠ 487/19, 641/19) δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362- (ΑΠ 362 Π Κ, αφού, κατά το νόημα της λέξεως, “τρίτος” είναι 6m οποιοσδήποτε που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων και, συνεπώς, αυτή καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του έννομου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης του ανωτέρω έννομου αγαθού που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου “τρίτος”, αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παραστάσεως για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου έννομου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΑΠ 789/2019) . Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ” αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 439/2019 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που έλαβε χώρα στις 18-9-2012: “Ο πολιτικώς ενάγων Γ. Π., είναι δικηγόρος …., ειδικευμένος στο Δίκαιο Κεφαλαιαγοράς, λόγω δε της ειδικεύσεώς του αυτής είχε επαγγελματική συνεργασία με τον κατηγορούμενο που, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ο κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της υπό την επωνυμία “…” ανωνύμου εταιρείας, στα πλαίσια δε της συνεργασίας τους αυτής ο πολιτικώς ενάγων χειρίσθηκε πλήθος υποθέσεων της άνω εταιρίας, αλλά και προσωπικές υποθέσεις του κατηγορουμένου, αστικές και ποινικές, ενώ, παράλληλα, συμμετέσχε, για ένα διάστημα, ως μέλος και στο ΔΣ της εταιρείας του κατηγορουμένου. Προς εξόφληση δε της οφειλής για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, στις οποίες είχε προβεί ο πολιτικώς ενάγων, ο κατηγορούμενος εξέδωσε, υπό την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της άνω εταιρίας, μία επιταγή της … ΑΕ, ποσού 22.000 ευρώ, ύψος στο οποίο ο πολιτικώς ενάγων περιόρισε τις συναφείς απαιτήσεις του, με φερομένη ημερομηνία εκδόσεως την 10-04-2011, η οποία δεν πληρώθηκε, ακόμη και μετά ανανέωση της φερομένης ημερομηνίας εκδόσεώς της σε αυτή της 30-05-2011, λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό όψεως που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην πληρώτρια τράπεζα. Μετά ταύτα ο πολιτικώς ενάγων εισήλθε, στις 15-07-2011, στο γραφείο του κατηγορουμένου και αφαίρεσε, εν απουσία του και χωρίς τη συγκατάθεσή του, ένα πίνακα ζωγραφικής του γνωστού ζωγράφου Φ., πράξη η οποία εκρίθη ήδη αμετακλήτως ότι συνιστά αυτοδικία, ως χωρήσασα από πλευράς πολιτικώς ενάγοντος προς το σκοπό αυθαιρέτου ικανοποιήσεως των έναντι του κατηγορουμένου χρηματικών του απαιτήσεων, όπως είχαν ενσωματωθεί στην άνω επιταγή. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας “….” αλλά και ατομικά, κατέθεσε στις 7-10-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 5-10-2011 έγκληση (με Α.Β.Μ.: Δ2011 Εγχ/824) σε. Βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, στην οποία, πέραν της αναφοράς στην αυθαίρετη, παρά του εγκαλούντος, αφαίρεση του προαναφερομένου πίνακα από το γραφείο του, ανέφερε γι’ αυτόν μεταξύ άλλων και επί λέξει ότι: “κατόπιν παρακλήσεώς του τον διόρισα μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας μου προκειμένου να εμπλουτίσει το βιογραφικό του σημείωμα, όπως μου ανέφερε”, επιπλέον ότι, έλαβε από τον νυν εγκαλούντα μεγάλα χρηματικά ποσά (σελ. 2 σειρά 4π της από 7-10- 2011 μηνύσεως), ότι “είχε ήδιι λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικά ποσά” (σελ. 3 σειρά 7η της από 7-10-2011 μηνύσεως), επίσης ότι “στις 7-7-2011 εν αγνοία μου δε με εκπροσώπησε ως όφειλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) που αφορούσε μείωση τιμής πρώτης προσφοράς σε ακίνητο ιδιοκτησίας μου που πλειστηρίαζαν οι δανειστές μου. Η εν αγνοία μου απουσία του από την επ’ ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα η τιμή πρώτης προσφοράς από 270.000 ευρώ να κατέλθει στις 120.000 ευρώ”, καθώς και “ότι δήθεν δεν είχε πληρωθεί από εμένα χωρίς όμως ποτέ να αξιώσει οποιαδήποτε αμοιβή για την εν λόγω υπόθεση πριν τη δικάσιμο, καθώς είχε ήδη λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικά ποσά, για όλη την εν γένει αντιδικία μου με το Δ. Π.”. Παράλληλα ο κατηγορούμενος προέβη σε ομοίου περιεχομένου καταγγελία κατά του πολιτικώς ενάγοντος στον Δικηγορικό Σύλλογο …..ν. Ωστόσο, ακολούθησε συμβιβαστική διευθέτηση των ως άνω διαφορών, που αποτυπώθηκε στο από 23-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι δεν υφίσταται πλέον οποιαδήποτε διαφορά που να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου …., ενώ ο κατηγορούμενος ανακάλεσε, στις 23- 12- 2011, την έγκλησή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος και ο τελευταίος αποδέχθηκε τη γενομένη ανάκληση. Παρά την ανάκληση της έγκλησης και την αποδοχή αυτής, ο κατηγορούμενος επανήλθε με το από 18-9-2012 σημείωμά του προς τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης και δήλωσε ότι εμμένει στην αρχική του έγκληση, επανεπιβεβαιώνοντας τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν. Επιπλέον κατέθεσε ότι• “…η έγγραφη ανάκληση της ανωτέρω έγκλησης … ήταν αποτέλεσμα εκβιαστικής πρακτικής του εγκαλουμένου εις βάρος μου, προκειμένου να μου επιστρέφει φακέλους εκκρεμών δικογραφιών ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, μια εκ των οποίων η συζήτηση της είχε οριστεί εντός του Νοεμβρίου του 2011’μετά από αναβολή. Πιο συγκεκριμένα στις 24-11-2011 εκδικαζόταν η από 29-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 37984/2011 αίτηση του Π. Δ. αντιδίκου μου για ορισμό νέου πλειστηριασμού εις βάρος της περιουσίας μου”, “… αξίωσε από εμένα να ανακαλέσω τη σχετική έγκληση της κλοπής του πίνακα χωρίς να μου τον επιστρέφει. Υποχρεώθηκα να υποκύψω λόγω της μεγάλης ανάγκης που είχα προκειμένου να εκπροσωπηθώ όπως εγώ ήθελα στα Δικαστήρια που εκκρεμούσαν οι υποθέσεις μου αλλά και προκειμένου να μην μου κάνει ζημιά στις επαγγελματικές μου δραστηριότητες όπως με απειλούσε”. Παρατηρείται, κατ’ αρχάς, ότι η αναφορά του κατηγορουμένου στην παρά του εγκαλούντος αυθαίρετη αφαίρεση του πίνακα ιδιοκτησίας του από το γραφείο του, ως επιστηριζομένη σε αληθή περιστατικά και γενομένη για διαφύλαξη νομίμων συμφερόντων του ιδίου, δεν ενέχει συκοφαντική του εγκαλούντος χροιά, όπως τοιαύτη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ενέχει και η αναφορά στις συνθήκες, υπό τις οποίες ο εγκαλών εισήλθε στο ΔΣ της εταιρείας του κατηγορουμένου, του Δικαστηρίου διατηρούντος αμφιβολίες για τις αληθείς περιστάσεις της τοιαύτης συνεργασίας των μερών. Κατά τα λοιπά όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι: α) Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων δεν απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά από τον κατηγορούμενο, αλλά αντίθετα, ενώ χειρίστηκε προσηκόντως τις υποθέσεις που αυτός του ανέθεσε, δεν εξοφλήθηκαν οι αμοιβές του, όπως αποδεικνύει ιδία η διαδρομή των σχετιζομένων με την άνω τραπεζική επιταγή γεγονότων. (β) Ο ίδιος δεν παρέστη, την 7-7-2011, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) σε δίκη αφορώσα τον ορισμό νέας, μειωμένης, τιμής πρώτης προσφοράς πλειστηριαζομένης, επισπεύσει του αντιδίκου του Π., ακινήτου περιουσίας του κατηγορουμένου, κατόπιν απόφασης του ιδίου (κατηγορουμένου), που δεν ήταν σε θέση να καλύψει ακόμη και τα ελάχιστα των εξόδων της παράοτασης του δικηγόρου του – πολιτικώς ενάγοντος, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι μέχρι τότε όλοι οι πλειστηριασμοί, έξι (6) τον αριθμό, είχαν αποβεί άκαρποι, όχι λόγω της τιμής του πλειστηριαζομένου, αλλά κυρίως λόγω της υφισταμένης συγκυριότητος στο ακίνητο, με συνέπεια να θεωρηθεί, από τον κατηγορούμενο, ως μη αναγκαία η υποστήριξη της υπόθεσης, (γ) Ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την κατά τα άνω έγκληση του κατά του πολιτικώς ενάγοντος την 23-12-2011, δηλαδή, έναν ολόκληρο μήνα μετά την 24.11.2011, δηλαδή την ημερομηνία της δικασίμου της υπόθεσης του με αντίδικο τον Π., και αφού είχε ήδη παραλάβει τους φακέλους της υπόθεσης ο δικηγόρος του Τ., ο οποίος εκδίκασε κανονικά χην υπόθεση του κατά του Π., οπότε δεν υπήρχε λόγος να υποκύψει ο κατηγορούμενος σε κανένα εκβιασμό, τη στιγμή, μάλιστα, που στα υπόλοιπα “δικαστήρια που εκκρεμούσαν” (υπόθεση ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και Μ. Α.) εκπροσωπήθηκε από τον εγκαλούντα, Γ. Π. του Χ.. Μετά ταύτα, τα προαναφερόμενα γεγονότα που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, των οποίων έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, οι υπάλληλοι του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, προανακριτικοί υπάλληλοι, αλλά και άτομα του φιλικού, επαγγελματικού και κοινωνικού περιγύρου τόσο του εγκαλούντος, όσο και του κατηγορουμένου, ήταν ψευδή, ο δε κατηγορούμενος τα ισχυρίσθηκε, μολονότι γνώριζε την αναλήθειά τους και ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Π.”.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στη Θεσσαλονίκη, στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας “…” αλλά και ατομικά, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, την 7-10-2011, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, κατέθεσε κατά του νυν εγκαλούντα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την από 5-10-2011 έγκληση του, στην οποία ανέφερε γι’ αυτόν ότι• “… είχε ήδη λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικό ποσά” (σελ. 3 σειρά 7η της από 7-10-2011 μηνύσεως), ότι “στις 7-7-2011 εν αγνοία μου δε με εκπροσώπησε ως όφειλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) που αφορούσε μείωση τιμής πρώτης προσφοράς σε ακίνητο ιδιοκτησίας μου που πλειστηρίαζαν οι δανειστές μου. Η εν αγνοία μου απουσία του από την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα η τιμή πρώτης προσφοράς από 270.000 ευρώ να κατέλθει στις 120.000 ευρώ”, καθώς και “ότι δήθεν δεν είχε πληρωθεί από εμένα χωρίς όμως ποτέ να αξιώσει οποιαδήποτε αμοιβή για την εν λόγω υπόθεση πριν τη δικάσιμο, καθώς είχε ήδη λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικά ποσά, για όλη την εν γένει αντιδικία μου με το Δ. Π.”. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ομοίου περιεχομένου καταγγελία κατά του πολιτικώς ενάγοντος στον Δικηγορικό Σύλλογο ….. Και ενώ, μετά συμβιβαστική προσέγγιση των μερών (κατηγορουμένου και νυν εγκαλούντος), αυτός ανακάλεσε την άνω έγκληση του, εν τούτοις επανήλθε με το από 18-9-2012 σημείωμά του προς τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης και δήλωσε, ενόρκως εξεταζόμενος, ότι εμμένει στην αρχική του έγκληση, επανεπιΒεΒαιώνοντας τα διαλαμβανόμενα & αυτήν και καταθέτοντας, περαιτέρω, ότι “…η έγγραφη ανάκληση της ανωτέρω έγκλησης ήταν αποτέλεσμα εκβιαστικής πρακτικής του εγκαλούμενου εις βάρος μου, προκειμένου να μου επιστρέψει φακέλους εκκρεμών δικογραφιών ενώπιων των αστικών δικαστηρίων μία εκ των οποίων η συζήτηση της είχε οριστεί εντός του Νοεμβρίου του 2011 μετά από αναβολή. Πιο συγκεκριμένα στις 24-11-2011 εκδικαζόταν η από 29-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 37984/2011 αίτηση του Π. Δ. αντιδίκου μου για ορισμό νέου πλειστηριασμού εις βάρος της περιουσίας μου “αξίωσε από εμένα να ανακαλέσω τη σχετική έγκληση της κλοπής του πίνακα χωρίς να μου τον επιστρέφει. Υποχρεώθηκα να υποκύψω λόγω της μεγάλης ανάγκης που είχα προκειμένου εκπροσωπηθώ όπως εγώ ήθελα στα Δικαστήρια που εκκρεμούσαν οι υποθέσεις μου αλλά και προκειμένου να μην μου κάνει ζημιά στις επαγγελματικές μου δραστηριότητες όπως με απειλούσε”- Πάντα όμως όσα, ως ανωτέρω παρατίθενται, ο κατηγορούμενος περιέλαβε στην άνω έγκλησή του και στην εξέτασή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης ήταν ψευδή και η αλήθεια, την οποία ο ίδιος γνώριζε, ήταν ότι ο νυν εγκαλών, Γ. Π. του Χ., δεν απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά από τον κατηγορούμενο, Χ. Μ. του Ι., αλλά χειρίστηκε με επαγγελματική ευσυνειδησία υποθέσεις που του ανέθεσε ο κατηγορούμενος, για την “… ΑΕΕΔ” αλλά και τις προσωπικές του σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια κατά του Ν. Δ. και ως εναγόμενη σε πολιτικά δικαστήρια από τους Γ. Ι., οι οποίες είχαν επιτυχή έκβαση, χωρίς να έχουν εξοφληθεί οι αμοιβές του, και ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ότι παρά την έντονη αντιδικία με τον Π. κατά του οποίου στράφηκε, ο κατηγορούμενος, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει, με αποτέλεσμα παρά τις μεγάλες οφειλές του προς τον εγκαλούντα, ο .τελευταίος να δεχθεί να περιοριστούν αυτές στο ποσά των 22.000 ευρώ, για την εξόφληση των οποίων εξέδωσε μία ισόποση επιταγή της “… / ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΔ” λήξεως την 10*4-2011, η οποία δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως χρηματικού υπολοίπου στον λογαριασμό όψεως της “…”, ότι την 23-12-2012, ο 1°ε των κατηγορουμένων, Χ. Μ. του Ι., είχε ανακαλέσει ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης την ανωτέρω έγκληση του και την εις βάρος του εγκαλούντος καταγγελία του ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ότι κατόπιν απόφασης του κατηγορούμενου, Χ. Μ. του Ι., δεν παρέστη, την 7-7-2011, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), λόγω οικονομικής αδυναμίας του 1ου των κατηγορουμένων, να καλύψει ακόμη και τα ελάχιστα των εξόδων, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι μέχρι τότε, όλοι οι πλειστηριασμοί, έξι (6) τον αριθμό, απέβησαν άκαρποι, όχι λόγω της τιμής του εκπλειστηριάσματος αλλά κυρίως λόγω της εξ’ αδιαιρέτου συμμετοχής στο ακίνητο, για όλους δε τους ανωτέρω λόγους ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποφάσισε να μην αντιδικεί με τον Π. για το θέμα αυτό. Επιπλέον, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος την 23-12-2011, είχε προβεί σε ανάκληση, της από 5-10-2011 ανωτέρω περιγραφόμενης στο υπό στοιχείο του παρόντος εγκλήσεώς του, δηλαδή, έναν ολόκληρο μήνα μετά την δικάσιμο της υπόθεσης την 24-11-2011, και αφού είχε ήδη παραλάβει τους φακέλους ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, κ. Τ., ο οποίος εκδίκασε κανονικά την υπόθεση του κατά του Π. και στη συνέχεια, ένα μήνα μετά (από την 24-11-2011), ο 1ος των κατηγορουμένων, ανακάλεσε την από 5-10-2011 έγκληση του, ήτοι την 23-12-2011 και δεν υπήρχε λόγος να υποκύψει ο κατηγορούμενος σε κανέναν εκβιασμό, περαιτέρω δε ότι στα υπόλοιπα “δικαστήρια που εκκρεμούσαν” (υπόθεση ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και Μ. Α.) εκπροσωπήθηκε από τον εγκαλούντα,, Γ. Π. του Χ.. Όλα τα ανωτέρω όμως γεγονότα που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, χων οποίων έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης οι υπάλληλοι του Πταισματοδικείου. Θεσσαλονίκης, προανακριτικοί υπάλληλοι και άλλοι του φιλικού, κοινωνικού και επαγγελματικού τους περιγύρου, ήταν ψευδή, όπως ανωτέρω περιγράφεται, ο δε κατηγορούμενος, αν και γνώριζε χην αναλήθειά χους και όχι αυτά μπορούσαν να βλάψουν χην τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ισχυρίστηκε αυτά ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, βλάπτοντας έτσι’ την τιμή και την υπόληψη χου εγκαλούντος, Γ. Π. του Χ.”. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού (ως προς τη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που έλαβε χώρα στις 18-9-2012), διέλαβε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενό, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης , για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικό αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των όρθρων 363-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, . παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις , εφόσον “τρίτος” ενώπιον του οποίου πρέπει να γίνει ο ψευδής ισχυρισμός ή διάδοση για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι αδιακρίτως , οπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη , οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή ( δικαστής , εισαγγελέας , γραμματέας , δικαστικός επιμελητής , αστυνομικό όργανο κλπ) . Επομένως , ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικά την απόφαση 439/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που έλαβε χώρα στις 7-10-2012.
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ. Μ. του Ι. , κατοίκου … , ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: Στη … , στις 7-10-2011 , ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία <<…>> , αλλά και ατομικό , ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του , εν γνώσει της αναληθείας τους . Ειδικότερα ,κατέθεσε κατά του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την από 5-10-2011 έγκληση του, στην οποία ανέφερε γι’ αυτόν ότι• “…. είχε ήδη λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικό ποσά” (σελ. 3 σειρά 7″ι της από 7-10-2011 μηνύσεως), ότι “στις 7-7-2011 εν αγνοία μου δε με εκπροσώπησε ως όφειλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) που αφορούσε μείωση τιμής πρώτης προσφοράς σε ακίνητο ιδιοκτησίας μου που πλειστηρίαζαν οι δανειστές μου. Η εν αγνοία μου απουσία του από την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης είχε ως αποτέλεσμα η τιμή πρώτης προσφοράς από 270.000 ευρώ να κατέλθει στις 120.000 ευρώ”, καθώς και “ότι δήθεν δεν είχε πληρωθεί από εμένα χωρίς όμως ποτέ να αξιώσει οποιαδήποτε αμοιβή για την εν λόγω υπόθεση πριν τη δικάσιμο, καθώς είχε ήδη λάβει από εμένα μεγάλα χρηματικά ποσά, για όλη την εν γένει αντιδικία μου με το Δ. Π.”…. Όλα τα ανωτέρω, όμως, γεγονότα που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης των οποίων έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, και άλλοι του φιλικού, κοινωνικού και επαγγελματικού τους περιγύρου, ήταν ψευδή, όπως ανωτέρω περιγράφεται, ο δε κατηγορούμενος, αν και γνώριζε την αναλήθειά τους και ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ισχυρίστηκε αυτά ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, Γ. Π. του Χ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27-6-2019, αίτηση – δήλωση αρ. πρ. 519/7297/2019) του Χ. Μ. του Ι. κατοίκου … κατά της απόφασης 439/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ